φαγοπότι

φαγοπότι
τό
1) пирушка, кутёж; 2) хороший обед с вином

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "φαγοπότι" в других словарях:

  • φαγοπότι — το 1. το σύνολο των φαγητών και των ποτών στο τραπέζι: Του βάλανε μπροστά του φαγοπότι. 2. το να τρώει κανείς και συγχρόνως να πίνει οινοπνευματώδη ποτά: Αρχίσανε το φαγοπότι. 3. συμπόσιο, τσιμπούσι, γλέντι, ξεφάντωμα, διασκέδαση: Το ρίξαμε στο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαγοπότι — το, Ν 1. το να τρώει και να πίνει κανείς συγχρόνως 2. συνεκδ. ευωχία, γλέντι, ξεφάντωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαγί + ποτό ως υποκορ. ενός αμάρτυρου *φαγόποτον] …   Dictionary of Greek

  • φαγοποτούρα — και φαγοπιοτούρα, η, Ν (μεγεθ·) φαγοπότι. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαγοπότι + μεγεθ. κατάλ. ούρα (πρβλ. ελληνικ ούρα)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Λαϊκός πολιτισμός — ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ Λαϊκός πολιτισμός είναι το σύνολο των εκδηλώσεων του βίου του λαού –υλικού και πνευματικού– οι οποίες έχουν χαρακτήρα ομαδικό και τελούνταν κατά παράδοση από τον αγροτικό πληθυσμό και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των …   Dictionary of Greek

  • Μεξικό — Κράτος του νότιου τμήματος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τις ΗΠΑ και στα Ν με την Μπελίζ και τη Γουατεμάλα. Βρέχεται στα Δ από τον Ειρηνικό ωκεανό και στα Α από τον κόλπο του Μεξικού.O ποταμός Pίο Γκράντε αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • άρτζι-μπούρτζι — και άρτσι βούρτσι (Μ ἀρτζηβούριον και ἀρτσιβούριν) 1. η εβδομάδα του Τελώνου και Φαρισαίου, κατά την οποία καταλύεται η νηστεία την Τετάρτη και την Παρασκευή (ενώ οι Αρμένιοι νηστεύουν όλες τις ημέρες της εβδομάδας) 2. φαγοπότι Ω νεοελλ. επίρρ.… …   Dictionary of Greek

  • δαίτη — δαίτη, η (Α) Ι. 1. η δαις 2. (για θεωρία) η βορά II. επίρρ. δαίτηθεν από τραπέζι, γυρίζοντας από φαγοπότι. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού δαις* που προήλθε από το ρ. δαίομαι (βλ. δαίω ΙΙ) + (επίθημα) * tā] …   Dictionary of Greek

  • ευωχία — η (ΑΜ εὐωχία) [ευωχούμαι] 1. ευθυμία σε συμπόσιο 2. συμπόσιο, πανδαισία, γλέντι, φαγοπότι μσν. χαρούμενη πανήγυρη, εορτή αρχ. αφθονία τροφίμων …   Dictionary of Greek

  • ζέφκι — και ζεύκι, το 1. διασκέδαση, φαγοπότι 2. (ως επίρρ.) φρ. «τήν περνάω ζέφκι» περνάω ωραία, διασκεδάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. zevk] …   Dictionary of Greek

  • ζιαφέτι — το συμπόσιο, ευωχία, φαγοπότι, γλέντι. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. ziyafet] …   Dictionary of Greek

  • οινοφαγία — οἰνοφαγία, ἡ (Α) το φαγοπότι, το να τρώει κανείς και συγχρόνως να πίνει κρασί («ἐκεράννυμεν τὸ σφοδρὸν τῆς οἰνοφαγίας», Λουκιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + φαγία (< φάγος*), πρβλ. χορτο φαγία] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»